Επίδραση ηλικίας και φύλου

Για πολλές εξετάσεις δεν υπάρχει ένα μόνο εύρος αναφοράς, που εφαρμόζεται σε όλους, επειδή οι τιμές επηρεάζονται από την ηλικία και το φύλο του ασθενούς, όπως και από άλλους παράγοντες.
Η αλκαλική φωσφατάση είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται στα κύτταρα που κατασκευάζουν οστά, έτσι η συγκέντρωση του στο αίμα αυξάνεται ανάλογα με τον ρυθμό παραγωγής οστικού ιστού. Σε ένα παιδί ή έφηβο, υψηλό επίπεδο αλκαλικής φωσφατάσης είναι όχι μόνο φυσιολογικό, αλλά και επιθυμητό—το παιδί πρέπει να δημιουργήσει και να αυξήσει τον οστικό ιστό του. Αν όμως βρεθούν τα ίδια υψηλά επίπεδα σε ένα ενήλικα, είναι σημάδι προβλημάτων—οστεοπώρωση, μεταστατική νόσος των οστών (επιπλέον  αύξηση των οστών που οφείλεται σε όγκους), ή και άλλες καταστάσεις. Λόγω αυτών των σημαντικών διακυμάνσεων λόγω ηλικίας τα λίγα εύρη αναφοράς που θα βρείτε σε αυτό τον ιστότοπο δεν περιλαμβάνουν τιμές για παιδιά ή εφήβους. Η εμπειρία από τον έλεγχο μεγάλου αριθμού ατόμων επιτρέπει την δημιουργία διάφορων ευρών αναφοράς, ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα.
Η αιμοσφαιρίνη και ο αιματοκρίτης μειώνονται φυσιολογικά κατά την διαδικασία της γήρανσης.
Το φύλο του ασθενούς είναι ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας:
  • Η κρεατινίνη  παράγεται σαν φυσικό υποπροϊόν της μυϊκής δραστηριότητας και απομακρύνεται από την κυκλοφορία του αίματος μέσω των νεφρών. Συχνά προσδιορίζεται σαν μέτρο της σωστής λειτουργίας των νεφρών. Επειδή οι άνδρες έχουν γενικά περισσότερη μυϊκή μάζα από τις γυναίκες, η άνω τιμή του εύρους αναφοράς των ανδρών είναι υψηλότερη από των γυναικών.
  • Το ένζυμο CK-MB παρουσιάζει μία παρόμοια κατάσταση. Ελευθερώνεται στην κυκλοφορία του αίματος από τραυματισμένους μυς και υψηλά επίπεδα CK-MB δείχνουν καταστροφή του καρδιακού μυός, έτσι αυτό το ένζυμο είναι ένας από τους καρδιακούς δείκτες για τη διάγνωση καρδιακής προσβολής. Λόγω της μεγαλύτερης μυϊκής τους μάζας οι άνδρες οι άνδρες έχουν περισσότερο ένζυμο στην κυκλοφορία. Όταν η εξέταση αυτή πρωτοχρησιμοποιήθηκε, πολές ηλικιωμένες γυναίκες έδειχναν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα CK-MB και, έτσι, δεν περνούσαν το όριο που πιστευόταν τότε ότι ήταν ενδεικτικό καρδιακής προσβολής, με αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται πολλά περιστατικά σε αυτή την ηλικιακή ομάδα.

Σε ένα άλλο παράδειγμα, η απώλεια αίματος κατά την έμμηνο ρύση μπορεί να προκαλέσει χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Αυτά τα παραδείγματα είναι χαρακτηριστικά εξετάσεων όπου το εύρος αναφοράς εξαρτάται ταυτόχρονα από το φύλο και την ηλικία.
 

Τροποποιήθηκε τελευταία φορά 01.12.2008