Ασβέστιο

Επίσης γνωστό ως:
Επιστημονική ονομασία: Ασβέστιο
Σχετικές εξετάσεις: Βιταμίνη D, Μαγνήσιο, Αλβουμίνη, Phosphorus, PTH, CMP

Πώς χρησιμοποιείται;
H εξέταση ασβεστίου συνταγογραφείται για τον έλεγχο, τη διάγνωση και την παρακολούθηση ενός εύρους συνθηκών που αφορούν τα οστά, τη καρδιά, τα νεύρα, τα νεφρά και τα δόντια. Τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα δεν εκφράζουν άμεσα το ποσό του ασβεστίου που υπάρχει στα οστά αλλά τη ποσότητα του ασβεστίου που κυκλοφορεί στο αίμα.

Το συνολικό ποσοστό ασβεστίου μετριέται συχνά ως μέρος εξετάσεων ρουτίνας. Περιλαμβάνεται στο συνολικό προφίλ μεταβολισμού (CMP - Comprehensive Metabolic Panel) και στο βασικό προφίλ μεταβολισμού (BMP - Basic Metabolic Panel), δύο συνόλων εξετάσεων που εκτελούνται από κοινού για την διάγνωση ή την παρακολούθηση ποικίλων περιστάσεων. Tα μη φυσιολογικά αποτελέσματα συνολικού ασβεστίου, θεωρούνται ένδειξη ενός υποκείμενου προβλήματος. Για να βοηθηθεί η διάγνωση του υποκείμενου προβλήματος ζητούνται συχνά επιπρόσθετες εξετάσεις όπως είναι η μέτρηση του ιονισμένου ασβεστίου, του ασβεστίου ούρων, του φωσφόρου, του μαγνησίου, της βιταμίνης D και της παραθυρεοειδούς ορμόνης (PTH). H PTH και η βιταμίνη D είναι υπεύθυνες για τη διατήρηση των συγκεντρώσεων του ασβεστίου στο αίμα μέσα σ’ ένα στενό εύρος τιμών.
Η μέτρηση του ασβεστίου και της παραθορμόνης συμβάλλουν στον προσδιορισμό της λειτουργίας των παραθυρεοειδικών λειτουργούν. Η μέτρηση του ασβεστίου στα ούρα βοηθά στον προσδιορισμό της λειτουργίας των νεφρών, το αν δηλαδή εκκρίνουν την σωστή ποσότητα ασβεστίου, ενώ οι εξετάσεις για την βιταμίνη D, το μαγνήσιο και το φωσφόρο βοηθούν να προσδιοριστεί αν υπάρχουν άλλες ελλείψεις ή υπερεκκρίσεις. Συχνά, η ισορροπία μεταξύ αυτών των διαφορετικών ουσιών, και οι μεταβολές αυτών δίνουν εξίσου σημαντικές με τις συγκεντρώσεις τους.

Η μέτρηση του ασβεστίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση των ακόλουθων νόσων:

 Πετρά στα νεφρά
 Νόσο των οστών
 Νευρολογικές παθήσεις

Η εξέταση του συνολικού ασβεστίου είναι η πιο συχνή εξέταση που συνταγογραφείται προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση του ασβεστίου. Στις περισσότερες περιπτώσεις αντιστοιχεί σε μεγάλο βαθμό στο ποσό του ελεύθερου ασβεστίου που υπάρχει στο αίμα, δεδομένου ότι η ισορροπία μεταξύ του ελεύθερου και του δεσμευμένου είναι συνήθως σταθερή και προβλέψιμη. Ωστόσο σε μερικούς ανθρώπους η ισορροπία μεταξύ δεσμευμένου και ελεύθερου ασβεστίου διαταράσσεται και η συνολική ποσότητά του δεν αντικατοπτρίζει την κατάσταση του ασβεστίου. Σε αυτή τη περίπτωση η μέτρηση του ιονισμένου ασβεστίου μπορεί να είναι απαραίτητη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εξέταση επιλογής είναι το ιονισμένο ασβέστιο και χρησιμοποιείται για: ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση που μεταγγίζονται ή λαμβάνουν υγρά, ασθενείς που υποβάλλονται σε κρίσιμη χειρουργική επέμβαση και ασθενείς με ανωμαλίες των λευκωμάτων του αίματος, όπως είναι η χαμηλή λευκωματίνη.

Οι μεγάλες διακυμάνσεις του ιονισμένου ασβεστίου μπορούν να προκαλέσουν επιβράδυνση ή ταχυκαρδία στην καρδιά, μυϊκούς σπασμούς (τετανία) και μπορεί να προκαλέσουν σύγχυση ή ακόμη και κώμα. Σε εκείνους που είναι σε κρίσιμη κατάσταση, η παρακολούθηση του ιονισμένου ασβεστίου είναι εξαιρετικά σημαντική ώστε να θεραπευθούν και να προληφθούν σοβαρές επιπλοκές.

Πότε ζητείται;
Το επίπεδο του ασβεστίου στο αίμα συνταγογραφείται συχνά μαζί με τις εξετάσεις check-up. Συνήθως συμπεριλαμβάνεται στο συνολικό προφίλ μεταβολισμού (CMP) και στο βασικό προφίλ μεταβολισμού (BMP), δύο ομάδες εξετάσεων που χρησιμοποιούνται συχνά κατά την αρχική αξιολόγηση ενός ατόμου που εμφανίζει συμπτώματα ή ως μέρος του check-up.

Ο γιατρός μπορεί επίσης να συνταγογραφήσει την εξέταση ασβεστίου όταν κάποιος έχει:

 Νεφρική νόσο, διότι χαμηλά επίπεδα ασβεστίου είναι ιδιαίτερα συχνά σε άτομα με νεφρική ανεπάρκεια
 Συμπτώματα υπερβολικής ποσότητας ασβεστίου, όπως κόπωση, αδυναμία, απώλεια της όρεξης, ναυτία, έμετος, δυσκοιλιότητα, κοιλιακό πόνο, συχνοουρία και αυξημένη δίψα.
 Συμπτώματα χαμηλού ασβεστίου όπως κοιλιακές κράμπες, μυϊκές κράμπες ή υρμήγκιασμα στα δάχτυλα
 Άλλες ασθένειες που έχουν συσχετισθεί με ανωμαλίες του ασβεστίου στο αίμα όπως η νόσος του θυρεοειδούς, η εντερική νόσος, ο καρκίνος ή ο υποσιτισμός.

Η εξέταση του ιονισμένου ασβεστίου μπορεί να συνταγογραφηθεί όταν κάποιος έχει μούδιασμα γύρω από το στόμα, τα χέρια, τα πόδια και μυϊκούς σπασμούς στις ίδιες περιοχές. Αυτά μπορεί να είναι τα συμπτώματα των χαμηλών επιπέδων ιονισμένου ασβεστίου. Ωστόσο, όταν τα επίπεδα του ασβεστίου πέσουν με αργό ρυθμό, πολλοί ασθενείς δεν εμφανίζουν συμπτώματα.

Η παρακολούθηση του ασβεστίου μπορεί να είναι απαραίτητη όταν o ασθενής πάσχει από συγκεκριμένα είδη καρκίνου (ιδιαίτερα του μαστού, του πνεύμονα, της κεφαλής και του λαιμού, του νεφρού και του πολλαπλού μυελώματος), έχει νεφρική νόσο ή έχει υποβληθεί σε μεταμόσχευση νεφρού. Η παρακολούθηση μπορεί να είναι επίσης αναγκαία όταν ο ασθενής είναι σε θεραπεία γιατί δεν έχει φυσιολογικά επίπεδα ασβεστίου και πρέπει να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας, όπως είναι η χορήγηση συμπληρωμάτων ασβεστίου ή βιταμίνης D.

Η εξέταση του ασβεστίου στα ούρα ζητείται επίσης όταν κάποιος έχει συμπτώματα νεφρολιθίασης όπως ένας απότομος πόνος στα πλάγια ή πίσω στην περιοχή των νεφρών, πόνος που μπορεί να εξελιχθεί χαμηλότερα στην κοιλιακή χώρα, και/ ή αίμα στα ούρα.

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα;

Τιμές αναφοράς ασβεστίου
Η απορρόφηση, η χρήση και η απέκκριση του ασβεστίου ρυθμίζονται με μηχανισμό ανατροφοδότησης (feedback) όπου συμμετέχουν η ΡΤΗ και η βιταμίνη D. Οι παθολογικές καταστάσεις που διαταράσσουν την ρύθμιση του ασβεστίου μπορεί να προκαλέσουν οξείες ή χρόνιες αυξήσεις ή μειώσεις του ασβεστίου και να οδηγήσουν σε συμπτώματα υπερασβεστιαιμίας ή υπασβεστιαιμίας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η μέτρηση του συνολικού ασβεστίου προτιμάται επειδή πολύ πιο εύκολη από την εξέταση του ιονισμένου ασβεστίου. Το συνολικό ασβέστιο είναι συνήθως μια καλή αντανάκλαση του ελεύθερου ασβεστίου καθώς οι ελεύθερες και δεσμευμένες μορφές του είναι τυπικά περίπου στο ήμισυ του συνόλου η καθεμία. Ωστόσο, επειδή περίπου το ήμισυ του ασβεστίου στο αίμα είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες, τα αποτελέσματα της εξέτασης του συνολικού ασβεστίου μπορεί να επηρεαστούν από υψηλά ή χαμηλά επίπεδα πρωτεΐνης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι χρησιμότερο να προσδιοριστεί το ελεύθερο ασβέστιο μετρώντας το ιονισμένο ασβέστιο.

Φυσιολογικό ασβέστιο

Η φυσιολογική τιμή του συνολικού ή του ιονισμένου ασβεστίου μαζί με άλλα φυσιολογικά εργαστηριακά αποτελέσματα σημαίνει γενικά ότι ο μεταβολισμός του ασβεστίου ε είναι φυσιολογικός και τα επίπεδά του στο αίμα είναι κατάλληλα ρυθμισμένα.


Υψηλό συνολικό ασβέστιο - Υπερασβεστιαιμία

Δύο από τις πιο κοινές αιτίες της υπερασβεστιαιμίας είναι:

 Υπερπαραθυρεοειδισμός: αύξηση στη λειτουργία του παραθυρεοειδούς αδένα. Αυτή η κατάσταση προκαλείται συνήθως από έναν καλοήθη όγκο του παραθυρεοειδούς αδένα, είναι συνήθως ήπια και μπορεί να υπάρχει για πολλά χρόνια πριν παρατηρηθεί.
 Καρκίνος: μπορεί να προκαλέσει υπερασβεστιαιμία όταν εξαπλώνεται στα οστά και προκαλεί απελευθέρωση του ασβεστίου από τα οστά στο αίμα. Επίσης μπορεί να παράγει μια ορμόνη παρόμοια με την ΡΤΗ, οδηγώντας σε αυξημένα επίπεδα ασβεστίου.

Ορισμένες άλλες αιτίες της υπερασβεστιαιμίας είναι:

 Υπερθυρεοδισμός
 Σαρκοείδωση
Φυματίωση
 Παρατεταμένη ακινητοποίηση
 Υπερβολική πρόσληψη βιταμίνης D
 Μεταμόσχευση νεφρού


Χαμηλό συνολικό ασβέστιο - Υπασβεστιαιμία

Η πιο κοινή αιτία χαμηλού συνολικού ασβεστίου είναι:

 Τα χαμηλά επίπεδα πρωτεΐνης του αίματος, ειδικά το χαμηλό επίπεδο της αλβουμίνης. Στην κατάσταση αυτή, μόνο το δεσμευμένο ασβέστιο είναι χαμηλό. Το ιονισμένο ασβέστιο παραμένει φυσιολογικό και ο μεταβολισμός του ασβεστίου ρυθμίζεται κατάλληλα.

Ορισμένα άλλα αίτια της υπασβεστιαιμίας είναι:

 Υπολειτουργίες παραθυρεοειδούς αδένα (υποπαραθυρεοειδισμός)
 Κληρονομική αντίσταση στις επιδράσεις της παραθυρεοειδούς ορμόνης
 Υπερβολική ανεπάρκεια στο ασβέστιο κατά την δίαιτα
 Μειωμένα επίπεδα βιταμίνης D
 Ανεπάρκεια μαγνησίου
 Αυξημένα επίπεδα φωσφόρου
 Οξεία φλεγμονή του παγκρέατος (παγκρεατίτιδα)
 Νεφρική ανεπάρκεια
 Υποσιτισμός
 Αλκοολισμός

Τα επίπεδα ασβεστίου στα ούρα μπορούν να επηρεαστούν από τις ίδιες συνθήκες και ασθένειες που επηρεάζουν τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα (αναφέρονται παραπάνω). Σε περιπτώσεις υποψίας πέτρας στα νεφρά, μπορεί η ασθένεια να οφείλεται στα υψηλά επίπεδα του ασβεστίου στα ούρα. Η υπερασβεστινουρία είναι μια κληρονομική διαταραχή που μπορεί να οδηγήσει σε πέτρες στα νεφρά. Η υπερασβεστινουρία προκαλεί αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στα ούρα, που οδηγεί στο σχηματισμό κρυστάλλων στα νεφρά και σε άλλα μέρη του ουροποιητικού συστήματος. Μπορεί να είναι η αιτία των λίθων στα νεφρά στο ήμισυ περίπου των προσβεβλημένων ανθρώπων.

Υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να γνωρίζω;

Τα νεογνά, ιδιαίτερα τα πρόωρα και τα νεογνά χαμηλού βάρους, παρακολουθούνται συχνά κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της ζωής τους για νεογνική υπασβεστιαιμία χρησιμοποιώντας την δοκιμασία για το ιονισμένο ασβέστιο. Αυτό μπορεί να συμβεί εξαιτίας ενός ανώριμου παραθυρεοειδούς αδένα χωρίς να εμφανίζονται πάντα συμπτώματα. Η κατάσταση μπορεί να επιλυθεί από μόνη της ή μπορεί να απαιτεί θεραπεία με συμπληρώματα ασβεστίου που χορηγούνται από το στόμα ή ενδοφλέβια.

Μετρήσεις ασβεστίου αίματος και ούρων δεν μπορούν να μας πληροφορήσουν για το ποσό του ασβεστίου που βρίσκεται στα οστά. Μια δοκιμασία παρόμοια με τις ακτίνες-Χ, που ονομάζεται οστική πυκνότητα ή «DEXA», χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό.

Η λήψη διουρητικών φαρμάκων είναι η πιο συχνή αιτία υψηλών επιπέδων ασβεστίου.
 


Τροποποιήθηκε τελευταία φορά11.11.2013