Συνήθη καρδιακά νοσήματα


Η στεφανιαία καρδιακή νόσος [Coronary heart disease (CHD)] και η στεφανιαία αρτηριακή νόσος [Coronary artery disease (CAD)] είναι οι πλέον συνήθεις μορφές της καρδιακής νόσου. Συνήθως αποτελούν μέρος μιας συστηματικής καρδιαγγειακής νόσου [systemiccardiovasculardisease (CVD)] – μια σταδιακή αρτηριακή στένωση τόσο στην καρδιά όσο και σε όλο το υπόλοιπο σώμα η οποία οφείλεται σε βαθμιαία συσσώρευση λιπαρών σωματιδίων, η οποία και οδηγεί στη δημιουργία αθηρωματικών πλακών [plaques (atherosclerosis)]. Αυτή η στένωση μπορεί να μειώσει σημαντικά το ποσό του αίματος το οποίο μεταφέρεται μέσω των αρτηριών και το ποσό του οξυγόνου που εφοδιάζονται οι ιστοί. Καθώς τα στεφανιαία αγγεία προοδευτικά στενεύουν, τα συμπτώματα δεν εμφανίζονται παρά μόνον όταν η ροή του αίματος μειώνεται στο ελάχιστο, οπότε και προκαλεί διακοπτόμενο πόνο στο στήθος (angina) κατά τη διάρκεια άσκησης, ο οποίος χειροτερεύει σε συχνότητα και σοβαρότητα με το χρόνο. Όταν οι πλάκες ξαφνικά επεκτείνονται (οι επονομαζόμενες ασταθείς πλάκες), μια οξεία στένωση της στεφανιαίας αρτηρίας μπορεί να προκαλέσει πόνο στο στήθος εν ηρεμία ή με ελάχιστη άσκηση (η επονομαζόμενη ασταθής στηθάγχη) ή ακόμη να προκαλέσει νέκρωση μιας περιοχής του μυοκαρδίου ή καρδιακή προσβολή (έμφραγμα του μυοκαρδίου) [heartattack ( myocardial infarction)]; Αυτές οι μορφές οξείας εκδήλωσης πόνου στο στήθος χαρακτηρίζονται σαν οξύ στεφανιαίο σύνδρομο.
Στην καρδιακή ανεπάρκεια, συνήθως επονομαζόμενη και συγγενής καρδιακή ανεπάρκεια [congestiveheartfailure (CHF)], οφείλεται το ότι η καρδιά γίνεται λιγότερο αποτελεσματική στην κυκλοφορία του αίματος και λιγότερο ικανή να γεμίζει και να αδειάζει πλήρως τα διαμερίσματα της. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το αίμα να λιμνάζει στα πόδια, στα χέρια, στους πνεύμονες και στο ήπαρ, προκαλώντας πρήξιμο, δυσκολία στην αναπνοή και κόπωση. Οποιαδήποτε σταδιακή βλάβη της καρδιάς μπορεί να οδηγήσει σε καρδιακή ανεπάρκεια με το πέρασμα του χρόνου; συνήθως η καρδιακή ανεπάρκεια οφείλεται σε στεφανιαία αρτηριακή νόσο, υψηλή πίεση (υπέρταση), ή βαλβιδοπάθεια (η οποία μπορεί να είναι είτε συγγενής είτε λόγω λοίμωξης) ή σε προηγούμενη καρδιακή προσβολή. Εάν το αίτιο είναι προσωρινό, η καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί επίσης να είναι προσωρινή; παρόλα αυτά, συνήθως πρόκειται για χρόνια πάθηση η οποία χειροτερεύει με τον χρόνο, ενώ συχνά βελτιώνεται μετά από αγωγή.
Η καρδιομυοπάθεια είναι μια ανωμαλία του καρδιακού μυ. Μπορεί να είναι συγγενής ή μπορεί να είναι μια απάντηση της καρδιάς σε εξωτερικές πιέσεις ή τοξίνες. Μπορεί ένα ή περισσότερα διαμερίσματα της καρδιάς να διασταλούν (διασταλτική καρδιομυοπάθεια), προκαλώντας αύξηση του μεγέθους σε ένα από τα διαμερίσματα της καρδιάς. Σε άλλες περιπτώσεις, ένα ή περισσότερα τοιχώματα της καρδιάς μπορεί να παχυνθούν (υπερτροφική καρδιομυοπάθεια). Περιστασιακά, η καρδιομυοπάθεια μπορεί επίσης να οφείλεται σε ανώμαλη συσσώρευση υλικού στο τοίχωμα της καρδιάς, ελαττώνοντας την ελαστικότητα των τοιχωμάτων των κοιλοτήτων (περιοριστική καρδιομυοπάθεια). Η καρδιομυοπάθεια μπορεί επίσης να οφείλεται σε μειωμένη ροή αίματος προς την καρδιά, σε έκθεση σε χημικά που φθείρουν την καρδιά (όπως το αλκοόλ, η κοκαΐνη και κάποια φάρμακα που χρησιμοποιούνται σε αγωγή κατά του καρκίνου ή άλλων παθήσεων), σε κληρονομικά μυϊκά προβλήματα, ή σε κανένα προφανές αίτιο (ιδιοπαθής καρδιομυοπάθεια).
Η μυοκαρδίτιδααναφέρεται σε φλεγμονή του μυοκαρδίου. Συνήθως εμφανίζεται με οξεία εκδήλωση αναπνευστικής ανεπάρκειας ή με ακανόνιστο καρδιακό παλμό και μπορεί να προκαλέσει ταχεία εξέλιξη καρδιακής ανεπάρκειας. Συχνά οφείλεται σε μόλυνση από ιό.
Η περικαρδιακή νόσος (Pericardial disease ) πρόκειται για νόσο του ασκού που περιβάλει την καρδιά. Μπορεί να οφείλεται σε μόλυνση από βακτήριο ή μύκητα, σε τραύμα, σε αυτοάνοση διαδικασία, σε καρκίνο, ή σε προηγούμενη καρδιακή προσβολή. Οι μολύνσεις του περικαρδίου μπορεί πολύ γρήγορα να γίνουν σοβαρές εάν δεν θεραπευθούν. Η περικαρδίτιδα, μια φλεγμονή του περικαρδίου, μπορεί να προκαλέσει αυξημένες τριβές και πόνο στην κοιλότητα του στήθους.
Η συγγενής καρδιακή νόσος (Congenital heart disease ) , η οποία προκύπτει κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη, δυνητικά μπορεί να προσβάλει οποιοδήποτε τμήμα της καρδιάς. Το ποσοστό της δυσλειτουργίας εξαρτάται από την μορφή της ανωμαλίας και από την έκταση της μεταβολής στο σχήμα, την ακεραιότητα και την λειτουργικότητα της καρδιάς.
Η ενδοκαρδίτιδα είναι μια φλεγμονή της μεμβράνης που επενδύει την καρδιά και τις βαλβίδες. Πιθανόν να οφείλεται σε μικροοργανισμό ή αυτοάνοση διαδικασία. Όταν οφείλεται σε λοίμωξη, συνήθως είναι δύσκολο να θεραπευθεί.
Οι βαλβιδοπάθειες μπορεί να οφείλονται σε ένα πλήθος δυσλειτουργιών, όπως:
·   Αναρρόφηση ( Regurgitation) – παλινδρόμηση του αίματος
·   Πρόπτωση ( Prolapse) – τμήμα της βαλβίδας προεξέχει μέσα στον κόλπο, εμποδίζοντας το απόλυτο σφράγισμα του κόλπου, το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αναρρόφηση και αυξημένο κίνδυνο ενδοκαρδίτιδας
·   Στένωση ( Stenosis) – στένεμα του ανοίγματος, το οποίο μπορεί να επηρεάσει τον ρυθμό της ροής του αίματος
 
Δοκιμασίες
Ο στόχος στη δοκιμασία για καρδιακό νόσημα είναι η διάκριση μεταξύ των συμπτωμάτων που σχετίζονται με την καρδιά και των συμπτωμάτων που οφείλονται σε άλλες παθήσεις. Η δοκιμασία εκτελείται με σκοπό τον προσδιορισμό του είδους του καρδιακού νοσήματος, τον χαρακτηρισμό της διαταραχής ως οξεία ή χρόνια, την παρατήρηση ενός καρδιακού συμβάντος το οποίο είναι σε εξέλιξη – όπως μια καρδιακή προσβολή (heartattack), και τον καθορισμό της σοβαρότητας και της έκτασης της νόσου.
Όταν ένας ασθενής εμφανίζεται στο τμήμα επειγόντων με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο – ένα σύνολο από συμπτώματα που υποδεικνύουν καρδιακή βλάβη λόγω έλλειψης ροής αίματος – αυτός αξιολογείται περαιτέρω με ένα πλήθος εργαστηριακών και άλλων δοκιμασιών. Αυτές οι δοκιμασίες χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό του αιτίου του πόνου και της σοβαρότητας της πάθησης. Εφόσον δε κάποιες θεραπευτικές αγωγές για καρδιακή προσβολή πρέπει να εφαρμόζονται μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα για να ελαχιστοποιηθεί η καρδιακή βλάβη, πρέπει γρήγορα να επιβεβαιωθεί μια ακριβής διάγνωση.
Ένα καρδιακό νόσημα το οποίο προκαλεί λίγα συμπτώματα, μπορεί να ανιχνευθεί κατά την επίσκεψη σε έναν γιατρό για μη ειδικά συμπτώματα, όπως κόπωση. Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει ένα πλήθος εργαστηριακών και άλλων δοκιμασιών με σκοπό να διερευνήσει τα πιθανά αίτια των συμπτωμάτων του ασθενούς. Η διάγνωση του καρδιακού νοσήματος σε τέτοια άτομα μπορεί να χρειαστεί χρόνο και υπομονή.
Η δοκιμασία ενός ασθενούς για παρουσία καρδιακού νοσήματος δεν είναι ίδια με την δοκιμασία καρδιακού κίνδυνου (cardiacrisktesting) (η οποία στην πραγματικότητα διαπιστώνει κυρίως τον κίνδυνο για στεφανιαία καρδιακή νόσο). Η δοκιμασία καρδιακού κίνδυνου εφαρμόζεται προληπτικά σε ασυμπτωματικό πληθυσμό – για να βοηθήσει στον προσδιορισμό του κινδύνου ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου.

Εργαστηριακές δοκιμασίες αίματος
Καρδιακοί βιοχημικοί δείκτες (Cardiacbiomarkers), δηλαδή πρωτεΐνες που απελευθερώνονται όταν μυϊκά κύτταρα υφίστανται βλάβη, συχνά παραγγέλλονται όταν ο ασθενής έχει συμπτώματα οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, όπως πόνο στο στήθος, πόνο στη γνάθο, στον αυχένα, στην κοιλιακή χώρα, στη ράχη, ή που διαχέεται στον ώμο ή στους βραχίονες, ναυτία, δύσπνοια, και ζάλη - τάση λιποθυμίας.
Οι δοκιμασίες περιλαμβάνουν:
·   Τροπονίνη (Troponin) – ο συχνότερα παραγγελόμενος και ο πλέον κάρδιο-ειδικός από τους δείκτες; Τα επίπεδα του αυξάνονται μέσα σε λίγες ώρες μετά από την καρδιακή βλάβη και παραμένουν αυξημένα για μέχρι δύο εβδομάδες
·   CK-MB – μια συγκεκριμένη μορφή του ενζύμου κρεατινική κινάση ( creatine kinase) η οποία απαντάται κυρίως στον καρδιακό μυ και τα επίπεδα του αυξάνονται όταν υπάρχει βλάβη στα μυοκαρδιακά κύτταρα
·   Μυοσφαιρίνη (Myoglobin) – μια πρωτεΐνη η οποία απελευθερώνεται στο αίμα όταν ο καρδιακός ή άλλοι μυς υφίστανται κάκωση
·   BNP ή NT-proBNP – απελευθερώνεται από το σώμα σαν φυσική απάντηση στην καρδιακή ανεπάρκεια; αυξημένα επίπεδα BNP, αν και δεν αποτελούν διάγνωση για καρδιακή προσβολή, υποδεικνύον έναν αυξημένο κίνδυνο καρδιακών προβλημάτων σε άτομα με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο
Επειδή το BNP επίσης απελευθερώνεται από την καρδιά όταν αυτή λειτουργεί υπό πίεση, τα επίπεδα BNP μετρώνται επίσης και σε άτομα τα οποία παρουσιάζουν πρήξιμο στα πόδια ή στην κοιλιακή χώρα, ή δυσκολία στην αναπνοή, ώστε να εξακριβωθεί εάν υφίσταται καρδιακή ανεπάρκεια.
Πιθανόν να παραγγελθούν και πιο γενικές εξετάσεις αίματος:
·   Αέρια αίματος (BloodGases) – εκτελείται για να ελεγχθούν τα επίπεδα οξυγόνου, διοξειδίου του άνθρακα και pH
·   Πλήρες μεταβολικό πακέτο (CompleteMetabolicPanel, CMP) – μια ομάδα εξετάσεων με σκοπό τον έλεγχο της λειτουργίας των οργάνων
·   Ηλεκτρολύτες (Electrolytes) – τέσσερις μετρήσεις με σκοπό τον έλεγχο της ηλεκτρολυτικής ισορροπίας του σώματος
·   Πλήρης ανάλυση αίματος (CompleteBloodCount, CBC) – εστιάζει στα κύτταρα του σώματος, ελέγχει για αναιμία.

Άλλες εκτιμήσεις
Ένα πλήθος άλλων εκτιμήσεων και δοκιμασιών χρησιμοποιούνται με σκοπό την αξιολόγηση του πόνου στο στήθος και άλλων συμπτωμάτων. Αυτές περιλαμβάνουν:
·   Ένα ιατρικό ιστορικό, το οποίο περιλαμβάνει την αξιολόγηση παραγόντων κινδύνου όπως ηλικία, στεφανιαία αρτηριακή νόσος ( CAD), διαβήτης, και κάπνισμα
·   Μια κλινική εξέταση
· Ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα ( ECG ή EKG) – μια δοκιμασία με την οποία μελετάται η ηλεκτρική δραστηριότητα και ο ρυθμός της καρδιάς
·   Ηχοκαρδιογράφημα – υπερηχογραφική απεικόνιση της καρδιάς
Με βάση τα ευρήματα αυτών των δοκιμασιών, μπορεί να χρειαστούν άλλες διεργασίες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται:
·   Τεστ κοπώσεως
·   Ακτινογραφία θώρακος
·   Αξονική τομογραφία ( Computerized Τomography Scan, CT)
·   Συνεχής έλεγχος ECG (επονομαζόμενος και έλεγχος Holter) – ο ασθενής “φοράει” μια συσκευή η οποία καταγράφει τον καρδιακό ρυθμό για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο
·   Απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού (Magnetic Resonance Imaging, MRI)
·   Τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (Positron Emission Tomography, PET)
·   Ράδιο - ισοτοπική απεικόνιση (Radionuclide Imaging)
·   Καρδιακός καθετηριασμός ( Cardiac catheterization) – σε αυτή τη δοκιμασία, ένας λεπτός εύκαμπτος σωλήνας εισέρχεται σε μια αρτηρία στο πόδι και διατρέχει τις στεφανιαίες αρτηρίες με σκοπό την αξιολόγηση της ροής του αίματος και την κατάσταση των αρτηριών στην καρδιά
·   Στεφανιαία αγγειογραφία ( Coronary angiography) – ακτινογραφική απεικόνιση των αρτηριών με χρήση σκιαγραφικού υλικού, με στόχο τη διάγνωση στεφανιαίας αρτηριακής νόσου ( CAD); αυτή η διαδικασία εφαρμόζεται κατά τη διάρκεια στεφανιαίου καθετηριασμού
·   Δοκιμασία ανακλίσεως ( Tilt Τ able test) –παραγγέλλεται με σκοπό την αποτίμηση συγκοπής (syncope)
 
Θεραπευτικές αγωγές
Οι θεραπευτικές αγωγές για τα καρδιακά νοσήματα εξαρτώνται από το είδος και την σοβαρότητα αυτών. Οξείες καταστάσεις, όπως μια καρδιακή προσβολή (heartattack), άμεση ιατρική παρέμβαση με στόχο την ελαχιστοποίηση της καρδιακής βλάβης. Σε χρόνιες καταστάσεις, ο γιατρός μπορεί να ζητήσει από τον ασθενή να τροποποιήσει τις διαιτητικές του συνήθειες, να χάσει περιττό βάρος, να ασκηθεί (κάτω από επίβλεψη), να ελέγχει το άγχος του, και να σταματήσει το κάπνισμα. Καταστάσεις όπως υπέρταση και διαβήτης μπορούν να ρυθμιστούν ώστε να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση τους στην καρδιά. Η καρδιακή ανεπάρκεια συχνά απαιτεί θεραπευτική αγωγή με διατροφή φτωχή σε αλάτι και με διουρητικά (με σκοπό την μείωση του ποσού των συσσωρευόμενων υγρών) καθώς και με φάρμακα που βελτιώνουν την λειτουργία του καρδιακού μυ, όπως η διγοξίνη.
Φαρμακευτικές αγωγές μπορεί να είναι απαραίτητες στην προσπάθεια να ελεγχθούν τα συμπτώματα και να ρυθμιστούν τα καρδιακά νοσήματα. Χειρουργικές διεργασίες μπορεί να χρειαστούν στην παράκαμψη φραγμένων αρτηριών, στην αντικατάσταση ελαττωματικών βαλβίδων ή στην επιδιόρθωση συγγενών ανωμαλιών. Περιπτώσεις με λοιμώξεις μπορεί να χρειαστούν αντιμικροβιακά φάρμακα.
Νέες αγωγές, διαδικασίες και οδηγίες για την αντιμετώπιση των καρδιακών νοσημάτων συνεχίζουν να εξελίσσονται. Οι ασθενείς θα πρέπει να συζητούν με τον γιατρό τους με σκοπό να βρεθούν οι καλύτερες θεραπευτικές επιλογές για την κατάσταση τους.
 

previous [el-GR]
Τροποποιήθηκε τελευταία φορά 05.05.2009