Πώς χρησιμοποιείται η εξέταση;
Η εξέταση για την τοξοπλάσμωση μπορεί να πραγματοποιηθεί σε μια γυναίκα πριν ή κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης για να καθοριστεί εάν έχει προηγουμένως εκτεθεί στο Toxoplasma gondii ή όταν υπάρχουν υποψίες για έκθεση στη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Επίσης η εξέταση πραγματοποιείται για τη διάγνωση πιθανής μόλυνσης σε ανοσοκατασταλμένα άτομα τα οποία έχουν συμπτώματα γρίπης, ή σε άτομα με ενδείξεις και συμπτώματα τοξοπλάσμωσης. Η λήψη αμνιακού υγρού συμβάλει στη διάγνωση μόλυνσης του εμβρύου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Υπάρχουν διάφορες εξετάσεις για τη διάγνωση της μόλυνσης από το Τ. gondii. Η επιλογή των δειγμάτων που συλλέγονται και των εξετάσεων που θα πραγματοποιηθούν εξαρτώνται από τον ασθενή, τα συμπτώματά και τα κλινικά ευρήματα που αξιολογεί ο γιατρός.
Εξέταση αντισωμάτων
Όταν κάποιος εκτίθεται σε Τ. gondii, το ανοσοποιητικό του σύστημα ανταποκρίνεται με την παραγωγή αντισωμάτων έναντι του παρασίτου. Δύο τύποι αντισωμάτων του τοξοπλάσματος μπορεί να βρεθούν στο αίμα: IgM και IgG.
Αρχικά παράγονται τα IgM αντισώματα, λόγω αντίδρασης του οργανισμού στη μόλυνση. Εμφανίζονται μέσα σε μία ή δύο εβδομάδες μετά την αρχική έκθεση. Η παραγωγή IgM αντισωμάτων αυξάνεται για ένα μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια μειώνεται. Σταδιακά, ορισμένους μήνες μετά την αρχική μόλυνση, τα επίπεδα των IgM πέφτουν κάτω από το ανιχνεύσιμο όριο στους περισσότερους ανθρώπους. Τα IgM μπορεί να παράγονται εκ νέου μετά από επανενεργοποίηση του Τ. gondii και/ ή όταν το άτομο πάσχει από χρόνια λοίμωξη. Τα αντισώματα IgM είναι τα μόνα αντισώματα που παράγουν τα έμβρυα. Υψηλός τίτλος IgMαντισωμάτων σε νεογνό υποδεικνύει συγγενή μόλυνση.
Τα IgG αντισώματα παράγονται από τον οργανισμό αρκετές εβδομάδες μετά την αρχική μόλυνση για να παρέχουν μακροπρόθεσμη προστασία. Τα επίπεδα των IgG ανεβαίνουν κατά τη διάρκεια της ενεργού λοίμωξης, μετά σταθεροποιούνται όσο η λοίμωξη από Toxoplasma υποχωρεί και το παράσιτο γίνεται ανενεργό. Το άτομο, μετά την μόλυνση, φέρει μικρή ποσότητα αντισωμάτων IgG στο αίμα του για το υπόλοιπο της ζωής του. Η εξέταση των αντισωμάτων IgG για το Τ. gondii, ταυτόχρονα με τον έλεγχο για IgM, συμβάλλει στην διάγνωση πρόσφατης ή προηγούμενης μόλυνσης από τοξόπλασμα.
Ο έλεγχος για τα αντισώματα του τοξοπλάσματος IgM και IgG μπορεί να πραγματοποιηθεί και στα πλαίσια μιας ομάδας εξετάσεων που ονομάζεται TORCH. Το Τοξόπλασμα (Toxoplasma gondii), η ερυθρά (Rubella), ο μεγαλοκυτταροιός (Cytomegalovirus) και ο ιός του απλού έρπητα (Herpes simplex virus), όλες ασθένειες που επηρεάζουν το έμβρυο, αποτελούν το ακρωνύμιο του συμπλέγματος TORCH.
Μοριακή ανίχνευση
Η μοριακή εξέταση εκτελείται για την ανίχνευση και τον προσδιορισμό του γενετικού υλικού του Τ. gondii σε δείγμα αίματος, εγκεφαλονωτιαίου ή αμνιακού υγρού.
Άλλες εξετάσεις, όπως ο έλεγχος για την ισχύ σύνδεσης αντιγόνου-αντισώματος, μπορούν να εκτελεστούν από ένα εργαστήριο αναφοράς για την επιβεβαίωση λοίμωξης από το Τ. gondii. Εξετάσεις όπως η καλλιέργεια ιστού ή η βιοψία εγκεφάλου γίνονται σπάνια.
Πότε ζητείται;
Ο έλεγχος αντισωμάτων του Τ. gondii δεν είναι συνήθως απαραίτητος σε όλες τις εγκύους, αλλά μπορεί να ζητηθεί από τον γιατρό για τον εντοπισμό προηγούμενης μόλυνσης και πιθανής έκθεσης της εγκύου σε περιττώματα γάτας ή κατανάλωσης ωμών ή μισοψημένων κρεάτων, μολυσμένων τροφών ή νερού. Όταν η εξέταση αντισωμάτων είναι αρνητική, αλλά η πιθανότητα μόλυνσης εξακολουθεί να είναι μεγάλη, η εξέταση μπορεί να επαναληφθεί μία ή περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Η εξέταση ζητείται επίσης και από άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, το οποίο έχει συμπτώματα γρίπης και σε οποιονδήποτε έχει συμπτώματα ή επιπλοκές που υποδηλώνουν τοξοπλάσμωση.
Η διάγνωση της τοξοπλάσμωσης, μέσω μοριακού ελέγχου, πραγματοποιείται σε ανοσοκατασταλμένα άτομα ή για να διαπιστωθεί εάν το έμβρυο έχει μολυνθεί. Εξέταση του αμνιακού υγρού κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης απαιτείται όταν η μητέρα έχει οξεία μόλυνση, όπως προκύπτει μετά από θετικό αποτέλεσμα στην εξέταση για αντίσωμα IgM Toxoplasma.
Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Πρέπει να αξιολογηθούν με προσοχή τα αποτελέσματα των εξετάσεων για την τοξοπλάσμωση. Τα ανοσοκατασταλμένα άτομα δεν έχουν μια ισχυρή αντισωματική αντίδραση στη μόλυνση Τ. gondii. Τα επίπεδα των IgM και IgG μπορεί να είναι χαμηλότερα από το αναμενόμενο, ακόμη και αν πρόκειται για μια ενεργή περίπτωση τοξοπλάσμωσης.
Ανίχνευση αντισωμάτων
| IgM | IgG | Σχόλια |
| Αρνητικό | Θετικό | Προηγούμενη/ παρελθούσα μόλυνση |
| Αρνητικό | Αρνητικό | Δεν υπάρχει μόλυνση ή πρώιμη μόλυνση, δεν υπάρχει προηγούμενη έκθεση |
| Θετικό | Αρνητικό | Πρώιμη μόλυνση, ενώ σε ένα νεογνό υποδηλώνει συγγενή λοίμωξη |
| Θετικό | Θετικό | Παρούσα/τωρινή μόλυνση ή και χρόνια μόλυνση, μπορεί να υποδεικνύει επανενεργοποιήση. Το IgM μπορεί να είναι θετικό για αρκετούς μήνες αφού η μόλυνση έχει παρέρθει. |
Υπάρχει περίπτωση να προκύψουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν η εξέταση για το αντισωμα IgMδείξει θετικό αποτέλεσμα, θα πρέπει να επιβεβαιώνεται με άλλη μέθοδο εξέτασης και αυτό γίνεται με την αποστολή του δείγματος σε εργαστήριο αναφοράς, το οποίο ειδικεύεται στις εξετάσεις για την τοξοπλάσμωση.
Ανίχνευση του DNA
Αν η μοριακή εξέταση είναι θετική για Τ. gondii DΝΑ, τότε το άτομο που εξετάστηκε έχει οξεία λοίμωξη. Το αρνητικό αποτέλεσμα της εξέτασης σημαίνει ότι είναι λιγότερο πιθανό το άτομο να έχει τοξοπλάσμωση, αλλά δεν αποκλείεται η μόλυνση – το τοξόπλασμα μπορεί να μην υπάρχει σε επαρκείς ποσότητες στο δείγμα αίματος ή υγρού που εξετάστηκε.
Υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να γνωρίζω;
Η έκθεση στο Toxoplasma gondii προέρχεται κυρίως από την κατανάλωση μισοψημένων ή ωμών κρεάτων, κυρίως χοιρινό και αρνί, αλλά μπορεί επίσης να προέρχεται από άπλυτα φρούτα και λαχανικά που καλλιεργούνται σε μολυσμένο έδαφος, από το ίδιο το έδαφος, από μολυσμένο νερό και από το μη παστεριωμένο γάλα.
Η λοίμωξη από Τ. gondii είναι η πιο κοινή αιτία της ενδοφθάλμιας φλεγμονής παγκοσμίως. Επιπλοκές της λοίμωξης μπορεί να είναι η προσβολή του αμφιβληστροειδούς χιτώνα που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές οφθαλμικές μολύνσεις.




