Ποσοτικός προσδιορισμός ανοσοσφαιρινών

Επίσης γνωστό ως: Ανοσοσφαιρίνη Α: IgA, Ανοσοσφαιρίνη G: IgG, Ανοσοσφαιρίνη Μ: IgM
Επιστημονική ονομασία:
Σχετικές εξετάσεις:

Συνοπτικά

Γιατί γίνεται η εξέταση;
Για την ανίχνευση και/ή την παρακολούθηση αυξημένων ή μειωμένων επιπέδων ενός ή περισσότερων τάξεων ανοσοσφαιρινών (IgG, IgA, IgM) τα οποία χρησιμοποιούνται για να εκτιμηθεί η κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος ενός ατόμου.

Πότε πρέπει να γίνεται η εξέταση;
Όταν έχετευποτροπιάζουσες λοιμώξεις και/ή χρόνια διάρροια, όταν ο γιατρός σας υποπτεύεται ανεπάρκεια ανοσοσφαιρινών και για την τακτική παρακολούθηση  παθολογικών καταστάσεων που επηρεάζουν τα επίπεδα ανοσοσφαιρινών και μπορεί να είναι κληρονομικές ή επίκτητες (HIV/AIDS,  πολλαπλό μυέλωμα)

Απαιτούμενο δείγμα;
Συνήθως λαμβάνεται δείγμα αίματος από την φλέβα του μπράτσου σας. Ορισμένες φορές λαμβάνεται εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ή δείγμα σάλιου.

Ποια είναι η απαραίτητη προετοιμασία για τη δειγματοληψία;
Καμία

Το δείγμα

Τι προσδιορίζεται;
Στον ποσοτικό προσδιορισμό ανοσοσφαιρινών μετράται η ποσότητα των ανοσοσφαιρινών Α, Gκαι Μ στο αίμα και σε ορισμένες περιπτώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ή στο σάλιο. Υπάρχουν πολλές παθολογικές καταστάσεις και νόσοι οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν αυξημένη ή μειωμένη παραγωγή ανοσοσφαιρινών (Igs).

Οι ανοσοσφαιρίνες διαδραματίζουν βασικό ρόλο στο ανοσοποιητικό σύστημα. Πρόκειται για πρωτεΐνες οι οποίες παράγονται από συγκεκριμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος που ονομάζονται πλασματοκύτταρα, ως απάντηση του οργανισμού στην είσοδο βακτηρίων, ιών και άλλων μικροοργανισμών καθώς και ουσιών που αναγνωρίζονται ως «ξένα» ή επιβλαβή αντιγόνα. Την πρώτη φορά που ένα άτομο μολυνθεί ή εκτεθεί σε μία ξένη ουσία, το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει τον μικροοργανισμό ή την ουσία ως «ξένη» και ενεργοποιεί τα πλασματοκύτταρα για να παράγουν συγκεκριμένη ανοσοσφαιρίνη (ες) ή αντισώματα τα οποία δεσμεύουν και εξουδετερώνουν την απειλή. Στις επόμενες φορές που το άτομο θα εκτεθεί στην ίδια ξένη ουσία, το ανοσοποιητικό σύστημα «θυμάται» το αντιγόνο αυτό, γεγονός που επιτρέπει την ταχεία παραγωγή των αντισωμάτων και την πρόληψη της επαναμόλυνσης.  

Υπάρχουν πέντε τάξεις ανοσοσφαιρινών και μερικές υποτάξεις. Κάθε τάξη έχει έναν ελαφρά διαφορετικό ρόλο. Οι τάξεις των ανοσοσφαιρινών είναι οι εξής:

  • Ανοσοσφαιρίνη G(IgG): Περίπου το 70-80% των ανοσοσφαιρινών στο αίμα είναι IgG. Τα αντισώματα IgGαποτελούν την βάση της μακροπρόθεσμης προστασίας ενάντια στους μικροοργανισμούς. Ειδικά αντισώματα IgGπαράγονται κατά την αρχική λοίμωξη ή έκθεση, αυξάνονται λίγες εβδομάδες μετά την έναρξη της και στη συνέχεια μειώνονται και σταθεροποιούνται. Ο οργανισμός «διατηρεί» έναν «κατάλογο» από αντισώματα IgGτα οποία μπορούν να παραχθούν γρήγορα οποιαδήποτε στιγμή αυτός εκτεθεί ξανά στο ίδιο αντιγόνο. Στα άτομα με φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστημα παράγεται επαρκής ποσότητα αντισωμάτων IgGώστε να αποτραπεί η επαναμόλυνση. Οι εμβολιασμοί χρησιμοποιούν αυτή την διαδικασία για να αποτρέψουν την αρχική λοίμωξη και να αυξήσουν τον κατάλογο των αντισωμάτων IgG, εκθέτοντας τον οργανισμό σε έναν αποδυναμωμένο ζωντανό οργανισμό ή σε ένα αντιγόνο το οποίο προκαλεί την αναγνώριση του μικροοργανισμού. Επιπλέον τα IgGείναι τα μόνα αντισώματα που μπορεί να περάσουν μέσω του πλακούντα. Τα αντισώματα αυτά της μητέρας παρέχουν προστασία στο έμβρυο κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και στο μωρό κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του. Υπάρχουν τέσσερεις υποτάξεις των αντισωμάτων IgG, τα IgG1, IgG2, IgG3 και IgG4.
  • Ανοσοσφαιρίνη Α (IgA): Η ανοσοσφαιρίνη Α αποτελεί περίπου το 15% του συνόλου των ανοσοσφαιρινών του ορού αλλά βρίσκεται επίσης και στο σάλιο, στα δάκρυα, στις αναπνευστικές και γαστρικές εκκρίσεις και στο μητρικό γάλα. Η IgAπαρέχει προστασία εναντίον λοιμώξεων στις βλεννογόνες περιοχές του σώματος όπως η αναπνευστική και γαστρεντερική οδός. Όταν περάσει από την μητέρα στο μωρό κατά την διάρκεια του θηλασμού βοηθά στην προστασία της γαστρεντερικής οδού του βρέφους. Δεν υπάρχουν επαρκή ποσά IgAμέχρι την ηλικία των έξι χρονών. Υπάρχουν δύο υποτάξεις της IgA, οι IgA1 και IgA2.
  • Ανοσοσφαιρίνη Μ (IgM): Τα αντισώματα IgMπαράγονται ως η πρώτη αντίδραση ενός οργανισμού σε μία νέα μόλυνση, παρέχοντας βραχυπρόθεσμη προστασία. Αυξάνονται για μερικές εβδομάδες και στη συνέχεια μειώνονται καθώς ξεκινά η παραγωγή των αντισωμάτων IgG. Τα αντισώματα IgMμπορούν να παραχθούν από ένα έμβρυο αλλά, λόγω του μεγέθους του μορίου τους, δεν μπορούν να περάσουν μέσω του πλακούντα. Στα νεογέννητα τα αντισώματα αυτά υποδεικνύουν μόλυνση που ξεκίνησε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.  
  • Ανοσοσφαιρίνη D(IgD): Ο ρόλος της ανοσοσφαιρίνης IgDδεν είναι ακόμα γνωστός και η IgDμετράται σπάνια.
  • Ανοσοσφαιρίνη Ε (IgE): Η ανοσοσφαιρίνη IgEσυνδέεται με αλλεργίες, αλλεργικές νόσους, και με παρασιτικές λοιμώξεις. Μετράται σχεδόν πάντα στις εξετάσεις του αίματος για την αλλεργία, αλλά τυπικά προσδιορισμός της δεν συμπεριλαμβάνεται στον ποσοτικό προσδιορισμό των ανοσοσφαιρινών.

Κατά τον ποσοτικό προσδιορισμό των ανοσοσφαιρινών υπολογίζεται η συνολική ποσότητα από κάθε τάξη ανοσοσφαιρινών, IgA, IgMκαι IgG, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ των υποτάξεων τους. Μπορούν να πραγματοποιηθούν ξεχωριστές εξετάσεις για τις υποτάξεις των ανοσοσφαιρινών και/ή να εντοπιστούν και να μετρηθούν ειδικά αντισώματα.

Πολλές είναι οι αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν αύξηση (υπεργαμμασφαιριναιμία) ή μείωση (υπόγαμμασφαιριναιμία) στην παραγωγή των ανοσοσφαιρινών. Μερικές προκαλούν περίσσεια ή ανεπάρκεια σε όλες τις τάξεις των ανοσοσφαιρινών ενώ άλλες επηρεάζουν μόνο μία τάξη. Μερικοί από τους παράγοντες αυτούς κληρονομούνται ενώ άλλοι είναι επίκτητοι. 

Πως συλλέγεται το δείγμα;
Το δείγμα λαμβάνεται με σύριγγα από μία φλέβα του χεριού σας. Όταν απαιτείται, δείγμα εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ) συλλέγεται από γιατρό από το κάτω μέρος της πλάτης με μία διαδικασία που ονομάζεται οσφυονωτιαία παρακέντηση. Το σάλιο ή τα άλλα υγρά συλλέγονται σε δοχείο που παρέχεται από το εργαστήριο.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αν η υποβολή σε αυτές τις εξετάσεις εσάς των ίδιων ή των δικών σας προκαλεί ανησυχία, ενόχληση ή ακόμα δυσκολεύεστε να διαχειριστείτε αυτή την κατάσταση, θα μπορούσατε να διαβάσετε ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω άρθρα: Coping with Test Pain Discomfort and Anxiety (Αντιμετωπίζοντας τον πόνο στο στήθος τη δυσφορία και το άγχος), Tips on Blood Testing (Μικρές συμβουλές για τις εξετάσεις αίματος), Tips to Help Children through Their Medical Tests (Μικρές συμβουλές για να βοηθήσετε τα παιδιά να ανταπεξέλθουν στις ιατρικές εξετάσεις τους), και Tips to Help the Elderly through Their Medical Tests (Μικρές συμβουλές για να βοηθήσετε τους ηλικιωμένους να ανταπεξέλθουν στις ιατρικές εξετάσεις τους)

Ένα άλλο άρθρο, Follow That Sample (Παρακολουθείστε αυτό το δείγμα), δίνει μια ιδέα για τη συλλογή και την επεξεργασία ενός δείγματος αίματος και φαρυγγικού επιχρίσματος

Χρειάζεται κάποια προετοιμασία για να εξασφαλιστεί η ποιότητα του δείγματος;
Δεν απαιτείται κάποια προετοιμασία

Η εξέταση

Που χρησιμοποιείται;
Πότε ζητείται;
Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω;

Που χρησιμοποιείται;
Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών (Igs) χρησιμοποιείται για την ανίχνευση των μη φυσιολογικών επιπέδων των τριών κύριων τάξεων των ανοσοσφαιρινών (IgG, IgAκαι IgM) στο αίμα και μερικές φορές στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ή στο σάλιο. Ορισμένες παθολογικές καταστάσεις αυξάνουν τα επίπεδα όλων των ανοσοσφαιρινών ενώ άλλες τα μειώνουν. Άλλες πάλι προκαλούν συνδυασμό αυξημένων και μειωμένων επιπέδων μεταξύ των διαφόρων τάξεων ανοσοσφαιρινών.

Σε γενικές γραμμές, οι διαταραχές των ανοσοσφαιρινών μπορούν να ταξινομηθούν ως εξής:

  • Αυξημένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών (περίσσεια):
    • Οείλονται σε πολλά διαφορετικά πλασματοκύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος (πολυκλωνικά αντισώματα).
    • Παράγονται από κλώνους ενός πλασματοκυττάρου (μονοκλωνικά αντισώματα).
  • Μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών (ανεπάρκεια):
    • Δευτεροπαθής (επίκτητη) ανεπάρκεια: η πιο συχνή περίπτωση η οποία είναι αποτέλεσμα υποκείμενων καταστάσεων.
    • Πρωτοπαθής (κληρονομική) ανεπάρκεια: σπάνια διαταραχή στην οποία ο οργανισμός δεν είναι ικανός να παράγει μία ή περισσότερες τάξεις ανοσοσφαιρινών.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών ζητείται συνήθως σε συνδυασμό με άλλες εξετάσεις όπως είναι η ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών ορού και/ή ούρων για να βοηθήσει στην διάγνωση και την παρακολούθηση παθολογικών καταστάσεων που σχετίζονται με μη φυσιολογική ή υπερβολική παραγωγή ανοσοσφαιρίνης. Αν από την εξέταση αυτή μετρηθεί μία υπερβολικά υψηλή ποσότητα μίας τάξης ανοσοσφαιρίνης, μπορεί ζητηθεί περαιτέρω έλεγχος με ανοσοκαθήλωση ώστε να αποσαφηνιστεί εάν η ανοσοσφαιρίνη προέρχεται από ένα μοναδικό κλώνο ενός μη φυσιολογικού πλασματοκυττάρου (μονοκλωνική γαμμαπάθεια). Τέτοιες μονοκλωνικές γαμμοπάθειες παρατηρούνται στο πολλαπλό μυέλωμα που είναι μία νεοπλασία των πλασματοκυττάρων. Επίσης, τότε μπορεί να ζητηθεί και η μέτρηση των ελεύθερων ελαφρών αλυσίδων στον ορό.

Μερικές φορές ο προσδιορισμός των επιπέδων της ανοσοσφαιρίνης IgM

Πότε ζητείται;
Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών στο αίμα ζητείται όταν ο ασθενής έχει συμπτώματα έλλειψης ανοσοσφαιρινών όπως υποτροπιάζουσες λοιμώξεις κυρίως της αναπνευστικής οδού (στους κόλπους, στους πνεύμονες και στα αυτιά) ή της γαστρεντερικής οδού και/ή χρόνια διάρροια.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών ζητείται όταν ο  ασθενής παρουσιάζει σημάδια χρόνιας φλεγμονής ή χρόνιας λοίμωξης καθώς και όταν ο γιατρός υποψιάζεται υπερβολική ή μη φυσιολογική παραγωγή ανοσοσφαιρινών. Μπορεί να ζητηθεί η τακτική επανάληψη του προσδιορισμού τουςσε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να παρακολουθείται η πορεία της κατάστασης του ασθενούς.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των ανοσοσφαιρινών μπορεί επίσης να γίνει και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) όταν ο γιατρός υποπτεύεται ότι μία παθολογική κατάσταση που επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα σχετίζεται με την υπερβολική παραγωγή ανοσοσφαιρινών.

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Τα αποτελέσματα του ποσοτικού προσδιορισμού των ανοσοσφαιρινών IgG, IgAκαι IgMσυνήθως αξιολογούνται μαζί. Μη φυσιολογικά αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι υπάρχει κάτι που επηρεάζει το ανοσοποιητικό σύστημα και υποδεικνύουν την ανάγκη για περεταίρω έλεγχο. Η εξέταση δεν είναι απαραίτητα διαγνωστική αλλά αποτελεί ισχυρή ένδειξη μιας ασθένειας ή μίας παθολογικής κατάστασης. Υπάρχουν πολλές παθολογικές καταστάσεις που συνδέονται με αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών.

Αυξημένα επίπεδα

Αυξημένα επίπεδα πολυκλωνικών αντισωμάτων μπορεί να παρατηρηθούν σε κίρρωση, λοιμώξεις, φλεγμονώδεις διαταραχές και ορισμένους όγκους. Αυξημένα επίπεδα μονοκλωνικών αντισωμάτων παρατηρούνται σε αιματολογικές νεοπλασίες που αφορούν λεμφοκύτταρα ή πλασματοκύτταρα όπως λέμφωμα, μακροσφαιριναιμία Waldenström, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία και πολλαπλό μυέλωμα. Σε αυτές τις διαταραχές υπάρχει συνήθως σημαντική αύξηση σε μία τάξη ανοσοσφαιρινών και μείωση στις άλλες δύο τάξεις. Παρ όλο που οι ασθενείς μπορεί να έχουν αύξηση στο συνολικό αριθμό ανοσοσφαιρινών, στην πραγματικότητα είναι ανοσοκατεσταλμένοι επειδή οι περισσότερες από τις ανοσοσφαιρίνες είναι μη φυσιολογικές και δεν συνεισφέρουν στην ανοσολογική απόκριση.  

Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται μερικά παραδείγματα παθολογικών καταστάσεων που μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των ανοσοσφαιρινών:

Αποτέλεσμα ποσοτικού προσδιορισμού ανοσοσφαιρινών

Συνδεόμενες παθολογικές καταστάσεις

Πολυκλωνική αύξηση σε όλες ή κάποια από τις τρείς τάξεις ανοσοσφαιρινών (IgG, IgAκαι/ή IgM)

  • Λοιμώξεις, οξείες και χρόνιες
  • Αυτοάνοσες παθήσεις (ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικός ερυθυματώδης λύκος, σκληρόδερμα)
  • Κίρρωση
  • Χρόνιες φλεγμονές, φλεγμονώδεις διαταραχές.
  • Αντίδραση υπεραισθησίας του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Σύνδρομο Wiskott-Aldrich
  • Λοίμωξεις εμβρύων ( σύφιλη, τοξοπλάσμωση, ερυθρά, μεγαλοκυτταροϊός)  

 

Μονοκλωνική αύξηση σε μία τάξη ανοσοσφαιρινών με ή χωρίς μείωση των άλλων δύο τάξεων.

  • Πολλ
  • Χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (ΧΛΛ)
  • Μονοκλωνική γαμμαπάθεια ακαθόριστης σημασίας (MGUS)
  • Λέμφωμα
  • Μακροσφαιριναιμία Waldenstrom (IgM)

Μειωμένα επίπεδα

Επίκτητες ανεπάρκειες ανοσοσφαιρινών οι οποίες είναι αποτέλεσμα ορισμένων υποκείμενων παθολογικών καταστάσεων (δευτεροπαθείς), μπορούν να παρατηρηθούν σε ασθένειες που προκαλούν γενική απώλεια πρωτεϊνών όπως είναι τα καρκινώματα και ταε σοβαρά εγκαύματα. Ανεπάρκεια μπορεί να προκληθεί επίσης λόγω φαρμάκων όπως είναι τα ανοσοκατασταλτικά, τα κορτικοστεροειδή, η φαινυτοΐνη, η καρβαμαζεπίνη και οι τοξίνες. Οι κληρονομικές ανεπάρκειες είναι σπάνιες και μπορεί να επηρεάσουν την παραγωγή όλων των ανοσοσφαιρινών, μίας μόνο τάξης ή μίας ή περισσότερων υποτάξεων.

Οι πιο συνηθισμένες αιτίες μειωμένων επιπέδων ανοσοσφαιρινών είναι οι δευτεροπαθείς παθολογικές καταστάσεις οι οποίες είτε επηρεάζουν την ικανότητα του οργανισμού να παράγει ανοσοσφαιρίνες ή αυξάνουν την απώλεια πρωτεϊνών από τον οργανισμό. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται μερικές από αυτές:

Παθολογικές καταστάσεις/Παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή ανοσοσφαιρινών:

  • Φάρμακα όπως φαινυτοΐνη, καρβαμαζεπίνη, ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.
  • Επιπλοκές παθήσεων όπως είναι η νεφρική ανεπάρκεια και ο διαβήτης.
  • Καθυστέρηση στην παραγωγή ανοσοσφαιρινών στα νεογνά και ιδιαίτερα στα πρόωρα βρέφη.

 

 

 

Παθολογικές καταστάσεις που προκαλούν τη παθολογική απώλεια πρωτεϊνών:

 

 

 

  • Νεφρωσικό σύνδρομο - νεφρική νόσος κατά την οποία οι πρωτεΐνες χάνονται στα ούρα.
  • Εγκαύματα
  • Εντεροπάθεια η οποία προκαλεί απώλεια πρωτεϊνών και γενικά οποιαδήποτε πάθηση της γαστρεντερικής οδού η οποία επηρεάζει την πέψη ή την απορρόφηση πρωτεϊνών.

 

Στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) οι ανοσοσφαιρίνες βρίσκονται φυσιολογικά σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις. Αύξηση τους παρατηρείται, π.χ., σε λοιμώξεις του κεντρικού νευρικού συστήματος, φλεγμονώδεις παθήσεις και στη πολλαπλή σκλήρυνση.

Μείωση της ανοσοσφαιρίνης IgAστο σάλιο μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς με υποτροπιάζουσες λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω;
Οι κληρονομικές ανοσοανεπάρκειες είναι σπάνιες και συχνά αναφέρονται σαν πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες (για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε τους συνδέσμους στις σχετικές σελίδες). Μερικές από αυτές είναι: η αγαμμασφαιριναιμία, η κοινή μεταβλητή ανοσοανεπάρκεια (CVID), η x–συνδεδεμένη γαμμασφαιριναιμία, η άτακτητηλαγγειεκτασία, το σύνδρομο Wiskott-Aldrich, το σύνδρομο υπέρ-IgMκαι η βαριά συνδυασμένη ανοσοανεπάρκεια (SCID)

Τα βρέφη που διαθέτουν φυσιολογικό ανοσοποιητικό σύστημα μπορεί να έχουν προσωρινά μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρίνης IgG όταν η παραγωγή της καθυστερεί. Η προστασία τους από λοιμώξεις χάνεται καθώς η συγκεντρώση της ανοσοσφαιρίνης IgG της μητέρας τους στο αίμα τους μειώνεται με την πάροδο των μηνών. Το επίπεδο της IgG παραμένει σε χαμηλές συγκεντρώσεις μέχρι το μωρό να αρχίσει μόνο του πλέον τηπαραγωγή των IgG και IgM. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα «χρονικό παράθυρο» κατά το οποίο το μωρό βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο για υποτροπιάζουσες λοιμώξεις.

Τα βρέφη τα οποία τρέφονται με μητρικό γάλα λαμβάνουν αντισώματα IgAαπό αυτό. Τα αντισώματα IgAστο μητρικό γάλα παρέχουν προστασία ενάντια σε λοιμώξεις, ιδιαίτερα κατά την περίοδο ανάμεσα στην μείωση των αντισωμάτων της μητέρας και στην παραγωγή των αντισωμάτων του ίδιου του μωρού.

Οι ασθενείς με μειωμένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών δεν έχουν συνήθως ισχυρή ανοσολογική αντίδραση στους εμβολιασμούς γιατί πιθανότατα δεν παράγουν επαρκές επίπεδο αντισωμάτων ώστε να εξασφαλίσουν προστασία και δεν είναι ικανοί να λάβουν ζωντανά εμβόλια όπως αυτά κατά της πολιομυελίτιδας ή της ιλαράς.

Πολλές εργαστηριακές εξετάσεις μετρούν αντισώματα στο αίμα. Οι ασθενείς με έλλειψη ανοσοσφαιρινών μπορεί να παρουσιάσουν ψευδώς - αρνητικά αποτελέσματα σε αυτούς τους τύπους των εξετάσεων. Για παράδειγμα, η εξέταση για την κοιλιοκάκη ανιχνεύει τα αντισώματα IgAέναντι της αντι-ιστικής τρανσγλουταμινάσης. Αν ένας ασθενής έχει έλλειψη σε αντισώματα IgA, τότε τα αποτελέσματα του προσδιορισμού της μπορεί να είναι αρνητικά ενώ ο ασθενής πάσχει στη πραγματικότητα από κοιλιοκάκη. Εάν υποπτευθούμε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο συμβαίνει, τότε θα πρέπει να γίνει ο ποσοτικός προσδιορισμός των αντισωμάτων IgA.

Αν οι συγκεντρώσεις των IgG και IgAείναι μειωμένες, ή υπάρχει υποψία για ανεπάρκεια μίας από τις υποτάξεις αυτών, τότε θα πρέπει να προσδιοριστούν οι υποτάξεις τους ώστε να προσδιοριστεί η ανεπάρκεια αυτή.  

Μερικοί άνθρωποι με έλλειψη ανοσοσφαιρίνης IgAμπορεί να αναπτύξουν αντι-IgAαντισώματα. Όταν σε αυτά τα άτομα τα οποία φέρουν αντι-IgAαντισώματα μεταγγισθούν παράγωγα αίματος που περιέχουν ανοσοσφαιρίνες IgA(όπως πλάσμα ή θεραπείες ανοσοσφαιρίνης), τότε είναι πιθανό να υποστούν βαριά αναφυλακτική αντίδραση.

Αναφορές σε εξετάσεις

Συχνές Ερωτήσεις

Πρέπει όλοι να κάνουν εξέταση ανοσοσφαιρινών;

Ο ποσοτικός προσδιορισμός ανοσοσφαιρινών δεν θεωρείται εξέταση ρουτίνας ή μια γενική δοκιμασία προσυμπτωματικού ελέγχου (screeiningtest). Ζητείται συνήθως όταν ο γιατρός σας υποπτευθεί ότι έχετε έλλειψη κάποιας ανοσοσφαιρίνης ή περίσσεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα χρειαστεί να κάνουν ποτέ την εξέταση αυτή. 

Υπάρχει κάτι που να μπορώ να κάνω ώστε να μεταβάλω την συγκέντρωση των ανοσοσφαιρινών μου;

Τις περισσότερες φορές οι ανοσοσφαιρίνες δεν ανταποκρίνονται σε αλλαγές του τρόπου ζωής. Εάν λαμβάνεται κάποιο φάρμακο το οποίο μειώνει μία ή περισσότερες από τις ανοσοσφαιρίνες σας, τότε, σε συνεργασία με τον γιατρό σας, μπορεί να αποφασιστεί να αλλάξετε την αγωγή σας. Είναι όμως πολύ σημαντικό να ΜΗΝ σταματήσετε ή αλλάξετε την δοσολογία της θεραπευτικής σας αγωγής χωρίς να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας. Τα αυξημένα επίπεδα ανοσοσφαιρινών μπορούν να μειωθούν πρόσκαιρα με πλασμαφαίρεση εάν αυτό ενδείκνυται ιατρικά.

Τα βρέφη χάνουν σταδιακά την προστασία τους από λοιμώξεις καθώς τα επίπεδα των αντισωμάτων IgGπου λαμβάνουν μέσω του πλακούντα από την μητέρα μειώνονται μετά την γέννηση. Αυξημένη προστασία παρέχεται στα μωρά μέσω του θηλασμού λόγω των αντισωμάτων IgAπου περιέχονται στο μητρικό γάλα και τα προστατεύουν έναντι των λοιμώξεων.

Υπάρχουν συμπτώματα που συνδέονται με μειωμένες ανοσοσφαιρίνες;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα συμπτώματα. Ανεξήγητες υποτροπιάζουσες, πολλαπλές ή ευκαιριακές λοιμώξεις, με ή χωρίς χρόνια διάρροια, μπορεί να υποδεικνύουν την ανάγκη να προβεί ο ασθενής σε έλεγχο του ανοσοποιητικού του συστήματος. Επίσης ένα θετικό οικογενειακό ιστορικό σε ανοσοανεπάρκεια ίσως απαιτεί παρακολούθηση. Μία λεπτομερής φυσική εξέταση και ένα προσεκτικό ιατρικό ιστορικό μπορεί να να προβούν κρίσιμα για την διάγνωση.