Σύφιλη

Επίσης γνωστό ως: VDRL, RPR, FTA, Darkfield microscopy
Επιστημονική ονομασία: Εξέταση ανίχνευσης σύφιλης
Σχετικές εξετάσεις:

Πώς χρησιμοποιείται?
Πότε ζητείται?

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης?

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω?

Πώς χρησιμοποιείται;
Οι δοκιμασίες χρησιμοποιούνται για προσδιορισμό και διάγνωση της λοίμωξης από το Treponemapallidum, το βακτήριο που προκαλεί σύφιλη. Το US Preventive Services Task Force συνιστά ανάλυση όλωντ ων εγκύων γυναικών, κατάπροτίμησηστηνπρώτηπρογεννητικήεπίσκεψη. Μερικές πολιτείες απαιτούν δοκιμασία αίματος για σύφιλη όταν ένα ζευγάρι ζητά άδεια γάμου με σκοπό να εμποδιστεί η εξάπλωση της λοίμωξης σε άλλους, και ειδικά σε νεογέννητα παιδιά.

Υπάρχουν μερικές μέθοδοι που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δοκιμασίες σύφιλης. Μια μέθοδος που χρησιμοποιείται στη διάγνωση στα πρώτα στάδια περιλαμβάνει ανίχνευση του βακτηρίου σε τμήματα από το συφιλιδικόέλκος χρησιμοποιώνταςένα ειδικό όργανο που ονομάζεται dark-fieldmicroscope. Άλλες μέθοδοι απαιτούν δείγμα αίματος όπου ανιχνεύονται αντισώματα. Αυτές περιλαμβάνουν:

Για προσδιορισμό – VDRLκαι RPR

Για διάγνωση FTA-ABSκαι TPPA

Μία μέθοδος που ονομάζεται MHA-TP,σπάνια χρησιμοποιείται πια.

Απάντηση σε θεραπεία μπορεί να καθοριστεί από την δοκιμασία follow-upRPR, και την δοκιμασία FTA-ABSη οποία χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει ένα θετικό VDRLή μια RPRδοκιμασία διαλογής. Σε περιπτώσεις τελευταίου σταδίου ή σε λανθάνουσες καταστάσεις, το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) μπορεί να ληφθεί με οσφυϊκή παρακέντηση και μετά να ελεγχθεί με σκοπό τη διάγνωση εγκεφαλικής προσβολή (νευροσύφιλη).

Πότε ζητείται?
Ο γιατρός κάνει την δοκιμασία: 

  • Αν υπάρχουν συμπτώματα, όπως πληγές στα γεννητικά όργανα ή τον λαιμό.
  •  Αν γίνεται θεραπεία για κάποιο άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα όπως η γονόρροια.
  • Σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης, διότι σύφιλη που δεν έχει θεραπευτεί μπορεί να μεταδοθεί και ακόμα και να σκοτώσει το έμβρυο που αναπτύσσεται ή
  • Σε περιπτώσεις που κάποιος παραπονιέται για κάποια μη ειδικά συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της σύφιλης, για να καθοριστεί η ακριβής αιτία του νοσήματος.

Αν έχετε μολυνθεί, θα έπρεπε να έχετε κάνει συνεχόμενες δοκιμασίες αίματος στους 3, 6, 12, και 24 μήνες για να σιγουρευτείτε ότι η λοίμωξη έχει εξαλειφθεί μετά τη θεραπεία.

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης?
Αν  η εξέταση αποκαλύπτει την παρουσία του βακτηρίου της σύφιλης (θετικό τεστ), υπάρχει λοίμωξη που απαιτεί θεραπεία με μία σειρά αντιβιοτικών, κατά προτίμηση πενικιλίνης.

Σχετικά με τις δοκιμασίες αίματος που ανιχνεύουν αντισώματα τα οποία παράγει ο σώμα για να αντιμετωπίσει τη λοίμωξη, ένα θετικό τεστ δείχνει μία πρόσφατη λοίμωξη ή μια λοίμωξη που συνέβη στο παρελθόν. Ωστόσο, ένα αρνητικό τεστ δεν σημαίνει πάντα ότι δεν υπάρχει σύφιλη.

Αντισώματα μπορεί να μην είναι δυνατόν να ανιχνευτούν τρεις μήνες μετά τη έκθεση στο βακτήριο, αλλά όταν τα αντισώματα αναπτυχθούν παραμένουν στο σώμα για χρόνια.Αν υπήρχε μόλυνση στο παρελθόν και θεραπεύτηκε, τα αποτελέσματα του τεστ θα μπορούσαν ακόμα να είναι θετικά. Για παράδειγμα, ένα τεστ FTA-ABSμπορεί να παραμείνει θετικό για πάντα ακόμα και αν έχει γίνει θεραπεία. Για να αποφευχθεί επανάληψη της θεραπείας, κρατήστε ένα τεκμήριο της προηγούμενης θεραπείας και δείξτε τη στο γιατρό. Στην θεραπεία που ακολουθείται, τα αντισώματα της σύφιλης θα πρέπει να μειώνονται και να ελέγχονται με τίτλο αντισωμάτων. Αν παραμένουν ίδια ή αυξάνονται, ίσως έχετε μία εμμένουσα λοίμωξη.

Τα διάφορα τεστ που είναι διαθέσιμα για τον προσδιορισμό και τη διάγνωση της σύφιλης ποικίλλουν ως προς την ακρίβειά τους και αυτό εξαρτάται από το στάδιο της ασθένειας. Για παράδειγμα, τα τεστ VDRLκαι RPRέχουν την υψηλότερη ευαισθησία κατά τη διάρκεια των μεσαίων σταδίων.

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω?
Οι εξετάσεις προσδιορισμού της σύφιλης δεν έχουν υψηλή ειδικότητα και ίσως δώσουν ένα ψευδώς θετικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, όταν έχετε HIV, ασθένεια Lyme, malaria, lupus,ή ορισμένους τύπους πνευμονίας ίσως προκαλέσουν ψευδώς θετικό αποτέλεσμα στην εξέταση VDRLκαι RPR. Θετικές εξετάσεις θα πρέπει να επιβεβαιώνονται με μια ποιο ειδική εξέταση, όπως η FTA-ABS.

Εάν είστε σεξουαλικά ενεργός, πρέπει να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας σχετικά με κάθε ύποπτο εξάνθημα ή πληγή στα γεννητικά όργανα.

Εάν έχετε μολυνθεί,  πείτε στον/ στους σεξουαλικό/ούς σας συντρόφους να εξεταστούν και να θεραπευτούν.

Εάν έχετε μολυνθεί, ο κίνδυνος μετάδοσης σε εσάς κάποιου άλλου σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος αυξάνεται, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου μόλυνσης από τον HIV, τον ιό που προκαλεί AIDS. Οι πληγέςπουπροκαλούνται από σύφιλη κάνουν πιο εύκολη τη μεταφορά και απόκτηση του HIV.


Τροποποιήθηκε τελευταία φορά15.05.2015