Χοληστερόλη

Επίσης γνωστό ως: Χοληστερόλη αίματος, ολική χοληστερόλη
Επιστημονική ονομασία: Χοληστερόλη
Σχετικές εξετάσεις: Τριγλυκερίδια, Προφίλ λιπιδίων, HDL Χοληστερόλη, LDL

Πως χρησιμοποιείται η εξέταση;
Πότε ζητείται η εξέταση;
Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω;
Πως χρησιμοποιείται η εξέταση;

Η χοληστερόλη διαφέρει από τις περισσότερες εξετάσεις επειδή δεν χρησιμοποιείται για την διάγνωση ή την παρακολούθηση μιας νόσου αλλά για την εκτίμηση του κινδύνου να αναπτυχθεί μία νόσος – και ειδικότερα μία καρδιαγγειακή νόσος. Επειδή η αυξημένη χοληστερόλη του αίματος έχει συσχετισθεί με τη σκλήρυνση των αρτηριών, την καρδιαγγειακή νόσο και έναν αυξημένο κίνδυνο θανάτου από καρδιακά συμβάματα, η εξέταση της χοληστερόλης θεωρείται ως έλεγχος ρουτίνας στα πλαίσια των προληπτικών μέτρων που θα πρέπει να λαμβάνονται για την υγεία.
 
Πότε ζητείται η εξέταση;
Η εξέταση χοληστερόλης συνιστάται ως περιοδικός έλεγχος ρουτίνας για όλους τους ενήλικες τουλάχιστον μία φορά κάθε πέντε χρόνια. Πολύ συχνά γίνεται σε συνδυασμό με μία ιατρική εξέταση ρουτίνας. Συνήθως παραγγέλλεται σε συνδυασμό μαζί με άλλες εξετάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται HDL, LDL και τριγλυκερίδια – κάτι που αποκαλείται συχνά και λιπιδικό προφίλ.
Η χοληστερόλη θα πρέπει να ελέγχεται σε συχνότερα χρονικά διαστήματα (μερικές φορές το χρόνο) σε ασθενείς που βρίσκονται υπό συγκεκριμένη διατροφική ή φαρμακευτική αγωγή προκειμένου να μειώσουν τη χοληστερόλη τους. Η εξέταση χρησιμοποιείται για να ελέγξει πόσο αυτά τα μέτρα έχουν επιτύχει τη μείωση της χοληστερόλης σε επιθυμητά επίπεδα με στόχο την ελάττωση του κινδύνου ανάπτυξης καρδιαγγειακής νόσου.
[Back to top]

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Σε ένα έλεγχο ρουτίνας, όταν η εξέταση γίνεται για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος καρδιακής νόσου, τα αποτελέσματα κατατάσσονται σε τρείς κατηγορίες κινδύνου:
  • Επιθυμητά: Μία τιμή χοληστερόλης μικρότερη από 200 mg/dL (5.18 mmol/L) θεωρείται επιθυμητή και αντιπροσωπεύει μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.
  • Οριακά αυξημένα: Μία τιμή χοληστερόλης από 200 έως 240 mg/dL (5.18 έως 6.22 mmol/L) θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει μέτριο κίνδυνο. Στην περίπτωση αυτή, ο ιατρός σας μπορεί να σας ζητήσει ένα λιπιδικό προφίλ για να δεί αν η αυξημένη χοληστερόλη σας είναι κακή χοληστερόλη (υψηλή LDL) ή καλή χοληστερόλη (υψηλή HDL).

Με βάση τα αποτελέσματα του λιπιδικού προφίλ (και όποιων άλλων παραγόντων κινδύνου που μπορεί να έχετε) ο ιατρός σας θα αποφασίσει τι πρέπει να κάνετε.
  • Υψηλού κινδύνου: Τιμή χοληστερόλης μεγαλύτερη από 240 mg/dL (6.22 mmol/L) θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει υψηλό κίνδυνο. Ο ιατρός σας μπορεί να σας ζητήσει ένα λιπιδικό προφίλ (μαζί με άλλες εξετάσεις) για να εντοπίσει τα αίτια της αυξημένης χοληστερόλης σας. Οταν γίνει γνωστή η αιτία, θα σας συστήσει μία κατάλληλη θεραπεία. 
 
Στα πλαίσια μίας θεραπείας η εξέταση είναι χρήσιμη για να δείξει πόσο μειώθηκε η χοληστερόλη μετά τη φαρμακευτική αγωγή. Το πόσο θα πρέπει να μειωθεί και που θα πρέπει να φτάσει η τιμή της χοληστερόλης σας θα καθοριστεί από τον ιατρό σας. Ο στόχος αυτός βασίζεται συνήθως στην τιμή της LDL.
[Back to top]
 
Τι άλλο πρέπει να γνωρίζω;
Η χοληστερόλη θα πρέπει να μετράται όταν ένα άτομο είναι υγιές. Η χοληστερόλη αίματος είναι παροδικά ελαττωμένη κατά την διάρκεια οξείας ασθένειας, αμέσως μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, ή κατά την διάρκεια stress (π.χ. μετά από χειρουργείο ή από ατύχημα). Θα πρέπει να περιμένετε τουλάχιστον 6 εβδομάδες μετά από οποιαδήποτε ασθένεια για να μετρήσετε την χοληστερόλη σας.
Είναι υπό συζήτηση το κατά πόσο η πολύ χαμηλή χοληστερόλη είναι κακή. Χαμηλή χοληστερόλη (μικρότερη από 100 mg/dL (2.59 mmol/L)) εμφανίζεται συχνά όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα όπως κακή διατροφή, ηπατική νόσος, ή καρκίνος. Ομως δεν υπάρχει ένδειξη ότι η χαμηλή χοληστερόλη προκαλεί κάποιο από αυτά τα προβλήματα.
Η χοληστερόλη είναι αυξημένη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αφού γεννήσουν, οι γυναίκες θα πρέπει να περιμένουν τουλάχιστον 6 εβδομάδες για να μετρήσουν τη χοληστερόλη τους.
Στα φάρμακα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν την χοληστερόλη περιλαμβάνονται τα αναβολικά, τα στεροειδή, οι βήτα αναστολείς, η επινεφρίνη, τα αντισυλληπτικά χάπια και η βιταμίνη D.

Τροποποιήθηκε τελευταία φορά16.03.2009